«Που θα πας, κορίτσι μου, χωρίς εμένα;»

Ξέρω ότι οι ιστορίες σας γράφονται από γυναίκες για γυναίκες. Πάντα όμως, μου άρεσαν οι ανατροπές. Μου άρεσαν τόσο, που μου δόθηκαν σε μεγάλες δόσεις στη ζωή μου.

Είμαι ο Δημήτρης Ευ. και θα ήθελα να κρατήσω την ανωνυμία μου. Όχι γιατί ντρέπομαι αλλά γιατί η δική μου ιστορία αφορά τον σημαντικότερο άνθρωπο στη ζωή μου. Τη γυναίκα μου, τη Νάντια.

Πριν από 15 χρόνια παντρευτήκαμε μετά από γνωριμία 2 μηνών. Ερωτευτήκαμε, αγαπηθήκαμε κάναμε και έναν γιο με πολλές προσπάθειες. Κόντρα σε όλες τις δυσκολίες που συναντήσαμε σήμερα έχουμε ένα 10χρονο αγόρι.

Πριν 5 χρόνια εκεί που τα είχαμε όλα, το παιδί μας, τις δουλειές μας, την οικονομική μας άνεση, τις παρέες μας, τις φαγωμάρες μας, εκεί ακριβώς που είχαμε ξεχάσει τους όρκους παντοτινής αγάπης, που δίναμε ο ένας στον άλλον όταν πρωτογνωριστήκαμε,εκεί μας χτύπησε το κουδούνι της πόρτας μας ο καρκίνος.

Η Νάντια διαγνώστηκε στο συνηθισμένο ετήσιο τσεκ-απ με ένα περίεργο ογκίδιο στο στήθος. «Θα πεθάνω» μου είπε. «Είναι καρκίνος. Θα απαλλαγείς από εμένα. Δεν θα σου σπάω τα νεύρα πλέον. Αυτό δεν ήθελες? Να, που βρέθηκε η λύση να εξαφανιστώ». Πάγωσα. Οι λέξεις πέφτανε καρφιά. Σκληρές κουβέντες.Κι όμως ήταν αλήθεια, όλα. Εγώ χωρίς τη Νάντια; Πως γίνεται αυτό; Το κεφάλι μου κόντευε να εκραγεί. Σκέψεις, τύψεις και λόγια γυρνούσαν στο μυαλό μου.

Ευτυχώς, είχα έναν πολύ στενό φίλο γιατρό από το σχολείο. Έφυγα εκείνο το απόγευμα, που το μάθαμε και πήγα να τον βρω. Μόνο εκεί θα μπορούσα να βρω τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που με βασάνιζαν στο άκουσμα της είδησης. Η σκέψη ότι η Νάντια είναι άρρωστη, ότι μπορεί να μην υπάρχει στη ζωή μου, μου προκαλούσε οξύ πόνο στο στομάχι.

Ο φίλος μου, ένας εξαίρετος γιατρός με βαθιά γνώση του αντικείμενου, προσηνής, με πολύ αγάπη για την ιατρική με υποδέχτηκε ήρεμος και με κατανόηση για αυτό που περνούσα. Αφού του είπα ότι συνέβαινε με το θέμα της υγείας της Νάντιας, με ρώτησε:

«Την αγαπάς;».

«Μα τι με ρωτάς», απάντησα.

«Επιμένω, την αγαπάς;», επανέλαβε εκείνος

«Να σου πω κάτι ρε φίλε, την αγαπάω! Την αγαπώ κάθε μέρα κι ας μαλώνουμε. Την αγαπώ κι όταν σκέφτομαι τι θα γινόταν αν δεν βιαζόμασταν να παντρευτούμε. Την αγαπώ και αυτά που σκεφτόμουν πριν από λίγο καιρό για διαζύγιο είναι ανοησίες», του απάντησα.

Αν την αγαπάς θα τη σώσεις, είπε.

Από την επόμενη μέρα ξεκίνησε μία διαδικασία, δοκιμασία μπορώ να πω, που κράτησε 1,5 χρόνο. Εξετάσεις, νοσοκομεία, χειρουργείο, θεραπείες και πάλι θεραπείες, και πάλι εξετάσεις προσευχές για το κορίτσι μου. Ναι καλά διαβάσατε έμαθα πολλά αυτό τον 1,5 χρόνο. Να ελέγχω τα νεύρα μου, να κάνω τις δουλειές του σπιτιού, να φροντίζω τη γυναίκα μου, να την περιποιούμαι για να είναι όμορφη και να έχει καλή ψυχολογία.Ήταν πάντα μία όμορφη γυναίκα που πρόσεχε την εμφάνισή της.

Η Νάντια πάλευε κι εγώ μαζί της. Μαζί παντού. Ακόμα κι εκείνες τις μέρες που από τις θεραπείες είχε τόσα νεύρα, που δεν μπορούσα να βρω τι στραβό έκανα. Εκείνες τις μέρες που όλα της φταίγανε. Για το παιδί είχα βοήθεια από τη μάνα μου.

Ξέρετε κάτι; Δεν είναι εύκολο. Χρειάζεται δύναμη αυτή η κατάσταση. Όμως σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Χρειάζεται να αφήσεις στην άκρη το «εγώ» και να αφοσιωθείς στον σκοπό. Άφησα τις επιχειρήσεις μου, τους φίλους μου, τα χόμπι μου. Η επιτυχία μου στις δουλειές με είχε αλλάξει. Είχα ξεχάσει την οικογένεια μου, τη γυναίκα μου. Πίστευα ότι τους εξασφάλιζα ένα επίπεδο ζωής και είχα δικαίωμα να χαρώ τη δική μου ζωή. Με ότι μπορείτε να σκεφτείτε για αυτό.

Ένα βράδυ η κατάσταση της υγείας της Νάντιας ήταν πολύ άσχημη. Ήταν το χειρότερο βράδυ της ζωής μου.

«Πεθαίνω», μου είπε.

«Που θα πας, κορίτσι μου, χωρίς εμένα;» της απάντησα. Και το εννοούσα! Εννοούσα την κάθε λέξη. Που θα πας χωρίς εμένα; Ναι, ήμουν έτοιμος μέσα στην απελπισία μου για όλα. Την πήγα στο νοσοκομείο. Μείναμε αρκετές μέρες. Ξέρετε, σε αυτές τις περιπτώσεις με τα νοσοκομεία χάνεις το χρόνο. Θυμάμαι όμως, ότι έφτανε το Πάσχα. Όπως εξελισσόταν η κατάσταση, ήμουν σίγουρος ότι εκείνο το Πάσχα θα ήμασταν στο νοσοκομείο.

Λίγες μέρες μετά το Πάσχα, η Νάντια ανάρρωσε. Στις επόμενες εξετάσεις, που κάναμε, δεν υπήρχε τίποτα. Όλα είχαν εξαφανιστεί. Στο άκουσμα της είδησης ότι είναι καλά, δεν έχω λόγια να σας περιγράψω τη χαρά μου.

Η γυναίκα μου είναι καλά, έλεγα σε όλους και δάκρυζα. Εγώ, ο άντρας δάκρυζα. Γιατί να το κρύψω; Ναι ρε παιδιά, έκλαιγα σαν το μικρό παιδί. Είχα μία γυναίκα όμορφη και υγιή. Με τις παραξενιές της, αλλά κι εγώ δεν ήμουν εντάξει απέναντί της.

Η χαρά, η αισιοδοξία, η ελπίδα γύρισε σπίτι μας. Γύρισε και η αγάπη και ο έρωτας.

Η γυναίκα μου ξεπέρασε εντελώς το πρόβλημα. Είναι πλέον, σαν ένα κακό όνειρο που είδαμε ένα βράδυ μαζί. Είναι και πάλι όμορφη. Θα έλεγα μάλιστα, πολύ πιο όμορφη από πριν. Είναι σαν καινούρια.

Που θα πας, κορίτσι μου; Εγώ είμαι εδώ, ολόκληρος για σένα. Αν δεν μου κρατάς το χέρι, πώς να νιώσω ευτυχία; Αν δε σε έχω δίπλα μου, πώς να νιώσω αγάπη; Σ’ αγαπώ, κορίτσι μου! Να έχουμε την υγειά μας!

This entry was posted in Χωρίς κατηγορία. Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση