Ο καρκίνος του μαστού σε νέες γυναίκες

Ο καρκίνος του μαστού εκδηλώνεται σπάνια στη νέα γυναίκα. Αυτό είναι αρκετά λογικό, στο μέτρο που αφορά τη μεγάλη πλειονότητα των γυναικών άνω των 50 ετών. Ωστόσο, στο 7% των περιπτώσεων, οι όγκοι ανευρίσκονται στον προληπτικό έλεγχο γυναικών που είναι κάτω των 40 και το 10% από αυτές, εμφάνισαν τον καρκίνο στους 6 μήνες μετά από κάποια εγκυμοσύνη.

Σπάνιοι καρκίνοι, αλλά σε εξέλιξη
Ο καρκίνος του μαστού παραμένει σπάνιος πριν από την ηλικία των 40, ωστόσο αντιπροσωπεύει το 7% του συνόλου των περιπτώσεων. Ένα ποσοστό που έχει αυξηθεί κατά 25% ανάμεσα στο 2002 και 2008.

Ανάμεσα στις πολλές αιτίες, συγκαταλέγονται η ηλικία της πρώτης εγκυμοσύνης, η θεραπεία λεμφώματος κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας ή της εφηβείας, ο αυξανόμενος καθιστικός τρόπος ζωής και η κακή διατροφή, παρακάμπτουν όμως τη συμμετοχή του αντισυλληπτικού χαπιού, αν δεν φταίει απλά το γεγονός ότι μετατοπίζει για αργότερα την ηλικία της πρώτης εγκυμοσύνης.

Η διάγνωση τίθεται πολύ αργά
Χειρότερα από τις μεγαλύτερες γυναίκες, η ανακοίνωση του καρκίνου σε μια γυναίκα κάτω των 40 φθάνει συχνά την κακή στιγμή: Έχοντας φτάσει σε μια οικογενειακή και επαγγελματική ισορροπία, οι γυναίκες αισθάνονται την ανακοίνωση ενός καρκίνου του μαστού σαν τη χειρότερη αδικία που απειλεί την ισορροπία της ζωής τους και απειλεί ένα μέλλον που το φανταζόντουσαν πολύ πιο γαλήνιο.

Πολύ λιγότερο ευαισθητοποιημένοι στον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού σε μια νέα γυναίκα, οι γιατροί αντιμετωπίζουν σπάνια αυτό το ενδεχόμενο. Μπροστά σε μια γυναίκα που θα έχει ψηλαφίσει μια ύποπτη διόγκωση, θα σκεφθούν ότι πρόκειται για ένα ογκίδιο ορμονικής προέλευσης, π.χ. μια ινοκυστική αλλοίωση του μαστού. Κανένας δε σκέφτεται τον καρκίνο του μαστού κι έτσι χάνεται πολύτιμος χρόνος. Κι αν η γυναίκα είναι έγκυος είναι ακόμα χειρότερα.

Πριν τα 40, δε συστήνεται ο προληπτικός μαστογραφικός έλεγχος γιατί ο μαστός είναι πολύ πυκνός και δε διευκολύνει την ανάγνωριση των ογκιδίων. Στο 90 % των περιπτώσεων η διάγνωση γίνεται από τις ίδιες τις γυναίκες ψηλαφώντας τους μαστούς τους. Ένα υπερηχογράγημα μπορεί να επιβεβαιώσει την παρουσία της αλλοίωσης δεν μπορεί όμως να προσδιορίσει πάντα με ακρίβεια αν πρόκειται για καλοήθη ή κακοήθη πάθηση. Μόνο με βιοψία μπορεί να επιβεβαιωθεί η διάγνωση καρκίνου και να αρθεί η αμφιβολία. Η μαγνητική μαστογραφία μπορεί να εκτιμήσει με ακρίβεια το μέγεθος του όγκου, ο κίνδυνος όμως των ψευδών θετικών είναι πολύ υψηλός και προτιμάμε την απεικονιστική αυτή εξέταση για τις γυναίκες υψηλού κινδύνου, όπως εκείνες με μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA 1 και 2 και εκείνες που έχουν κάνει ακτινοβολία στο μεσοθωράκιο λόγω της νόσου του Hodgkin.

Όγκοι ιδιαίτερα επιθετικοί
Στις γυναίκες αυτές, η απώλεια χρόνου είναι ιδιαιτέρως επιζήμια. Οι ασθενείς αυτές είναι πολύ πιθανό να έχουν οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού. Λίγες γυναίκες δεν έχουν κανένα ιστορικό, μια και οικογενειακό ιστορικό δεν σημαίνει πάντα ταυτοποιημένη γεννητική μετάλλαξη. Ο καρκίνος του μαστού που εμφανίζεται κάτω των 40 είναι λιγότερο ορμονο-εξαρτώμενος από ότι στις μεγαλύτερες ηλικίες (λιγότεροι από τους μισούς όγκους έχουν ορμονικούς υποδοχείς, έναντι του 85% στις ηλικίες άνω των 50) και οι αλλοιώσεις είναι συχνά μεγάλου μεγέθους (45% των όγκων έχουν μέγεθος μεγαλύτερο των 2 cm). Το μήνυμα που θέλουμε να περάσουμε είναι ότι μια γυναίκα, ακόμα κι αν είναι νέα, μπορεί να έχει έναν καρκίνο του μαστού. Ένας γιατρός πρέπει συστηματικά να εξακριβώνει την υφή ενός ογκιδίου, ακόμα και σε μια γυναίκα 30 ετών, και δεν θα πρέπει να μένει με την ιδέα ότι πρόκειται για μια απλή ινοκυστική αλλοίωση του μαστού.

Μια ειδική φροντίδα
Σε αυτές τις νέες ασθενείς, η μαστεκτομή (αφαίρεση του μαστού) είναι πιο συχνή απ’ ότι στις γυναίκες άνω των 50 ετών (33 % έναντι 25 %), λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους του όγκου και συχνά πολυεστιακού του χαρακτήρα που μας εμποδίζει να προχωρήσουμε σε μια συντηρητική θεραπεία. Οι ενδείξεις χημειοθεραπείας και ακτινοθεραπείας είναι πολύ συχνές, ενώ οι ορμονικές θεραπείες λιγότερο συχνές λόγω της μικρότερης αναλογίας των ορμονοεξαρτώμενων όγκων. Αντίθετα με το πρωτόκολλο θεραπείας που συστήνεται μετά την εμμηνόπαυση, οι ογκολόγοι συστήνουν χημειοθεραπεία πριν από το χειρουργείο για να μειώσουν το μέγεθος του όγκου και να είναι εφικτή μια συντηρητικού τύπου χειρουργική επέμβαση.

Γενικά, ο κίνδυνος υποτροπής ανέρχεται μεταξύ 15 και 20 % μετά από θεραπεία με χειρουργική επέμβαση συντηρητικού τύπου και ακτινοθεραπεία. Αυξάνει με το μέγεθος του όγκου, μπορεί όμως να μειωθεί με ένα boost επιπλέον ακτινοβολίας, δηλαδή με ένα συμπλήρωμα δόσης στο επίπεδο της αρχικής θέσης του όγκου. Για τις γυναίκες που έχουν κάνει μαστεκτομή, ο κίνδυνος υποτροπής είναι κάπως μικρότερος, της τάξης του 7 έως 8 %. Για τις ασθενείς που υπερεκφράζουν το ογκογονίδιο Her-2 (1/4 των ασθενών κάτω των 40 ετών), η χημειοθεραπεία, η ορμονοθεραπεία και η θεραπευτική αγωγή με Herceptin μπορούν να μειώσουν ακόμα αυτόν τον κίνδυνο.

Θα υπάρχει ωστόσο ένας κίνδυνος καρκίνου, γι’αυτό το να μιλάμε για ίαση είναι ένα λεπτό θέμα.

Πηγή: www.drliakakos.gr

Αφήστε μια απάντηση